Πολιτιστικός Σύλλογος Μονής Μαλεβιζίου

Αποχαιρετισμός στον Γεώργιο Παγωμένο ( Καψαλογιώργη )

Εις μνήμην.

Είχε πληρώσει από καιρό τον ναύλο και ετοιμάσει τις αποσκευές του. Έτοιμη και η ψυχή του για τον απόπλου. Και «αποχαιρέτησε την Αλεξάνδρεια» για το αλαργινό ταξίδι, «των ουράνιων τα κάλλη ποθήσας».

Στο νου του γυρόφερνε ως την ύστατη ώρα η πατρώα γη, ο γενέθλιος τόπος και τα αγαπημένα του πρόσωπα. Έρημη πια χώρα η πατρίδα του, έρημος σαν χώρα και ο ίδιος, χωρίς επίγεια πατρίδα, μα πατρίδα του όλος ο κόσμος.

Κι εκείνη η λαχτάρα του «επιστρέφειν» στο γενέθλιο τόπο τού ήταν ακατανίκητη. Ο νόστος του «ξενιτεμένου» που αποζητά να αναπνεύσει τον ζείδωρο αγέρα της πατρώας γης. Και άνθιζε το μάτι του καθώς χάιδευε τις κορυφογραμμές της Κρήτης. Ήταν καλά μυημένος στο ανερμήνευτο μυστήριο: να νιώθει ο άνθρωπος την ηδονιστική ευδαιμονία, καθώς ανασύρει από τα κατάβαθα της μνήμης τα βιώματα των καιρών της αθωότητας. Και το δικό του πλέγμα της μνήμης γερά πατούσε στο χώμα και την πέτρα της μαλεβιζιώτικης γης, που τώρα ποθεί να τον κλείσει στην αγκαλιά της. Αδιάλειπτοι οι δεσμοί του με τη μάνα Κρήτη και η καταφυγή του στην κοινότητα των χωριανών και φίλων του ήταν ομολογημένη ευφροσύνη του. Κοντά τους οι μικροχαρές της καθημερινότητας, οι κοινές απολαύσεις και η αμοιβαιότητα της αγάπης γίνονταν στιγμές ατάραχου βίου. Η ψυχή του γαλήνευε από τον τρικυμισμό της αρρώστιας και ο αγώνας του ενάντια στη φθορά και στον χρόνο, που ήξερε πως ολοένα κονταίνει για εκείνον, γινόταν λιγότερο επώδυνος. Και δεν είχε απλώς φίλους τους χωριανούς του αλλά και η σχέση μαζί τους αναγόταν στη σφαίρα του οικογενειακού δεσμού. Και τότε η έγνοια του για την ανάγκη τους γινόταν αγωνία που κινούσε το φιλότιμο και την αλληλεγγύη του απέναντι τους.

Και όταν νοερά επέστρεφε στην Κρήτη, γιατί η ζωή τον είχε τάξει να ζει με την αγαπημένη του Σοφία και την ωραία οικογένεια του στη δεύτερη μάνα του, τη Θεσσαλονίκη, ζυμωμένος στα νάματα της κρητικής ντοπιολαλιάς, χαρά και υπερηφάνεια ένιωθε να εκφράζεται με τον κρητικό δεκαπεντασύλλαβο. Η μαντινάδα ήταν το απαύγασμα της ρομαντικής και γεμάτης ποιητικό φως ψυχή του.

Αν η ζωή είναι ένα ταξίδι, το δρομολόγιο του ταξιδιού δεν έμεινε για εκείνον ανολοκλήρωτο˙ δε σταμάτησε στα μισά του δρόμου παρά έφτασε ως τις δύσκολες κορυφές, στην υψηλότερη βαθμίδα της ζωής, το «ευ ζην», που μετουσιώθηκε στην αταλάντευτη προσήλωση του στις αυθεντικές και ακατάλυτες οικογενειακές και κοινωνικές αξίες.

Στον αθλοφόρο βίο του, «ανδρείως αθλήσας» πέτυχε την πιο δύσκολη νίκη, να κατανικήσει τη φτώχεια και να κερδίσει το κάλλιστον αγώνισμα στα ανθρώπινα: να βαδίσει τη δύσβατη στράτα που βγάζει στους τόπους της αρετής. Εκεί όπου εδρεύει η ανθρωπιά, η κατ΄εξοχήν ανθρώπινη ιδιότητα για τον ελληνικό πολιτισμό. Η φλόγα της ανθρωπιάς του θέρμαινε τους γύρω του και ανεξάλειπτο άφησε το αποτύπωμα της στη ζωή του.Είμαι βέβαιος πως η σεμνότητα του δεν θα του επέτρεπε να ακούσει καλά λόγια για τον εαυτό του. Όμως ποιος αντιλέγει πως ήταν άνθρωπος του σεμνού και υπερήφανου ήθους, της ευγένειας και εντιμότητας, της ανθρωπιάς και δοτικότητας;

Με αξιοπρέπεια και αξιοθαύμαστη εγκαρτέρηση αντιμετώπισε τα άπειρα σφενδονήματα της αρρώστιας και τη σκληρή και απερίγραπτη υπαρξιακή δοκιμασία του. Και σαν ήλθε η ώρα να αναμετρηθεί με το πεπρωμένο του, «γλυκιά και ελεύθερη η ψυχή του σαν να ‘τανε βγαλμένη», γενναία, ασάλευτη και ντρέτη, ντυμένη την αφοβιά, δεν κιότεψε. Κατάματα το Χάρο κοίταξε μα δε νικήθηκε στην άνιση πάλη μαζί του. Λύγισε μόνο μπροστά στην αδήριτη νομοτέλεια της συζυγίας: ζωή-θάνατος.

Τώρα, λοιπόν, που η προσωπική του ιστορία χαμήλωσε τα φώτα και ταξιδεύει για τους σκοτεινούς λειμώνες της αιωνιότητας, για το ασφοδελό λιβάδι της άυλης ύπαρξης του, όσα του λέω την ώρα ετούτη, ψιθυρισμοί θα φτάνουν σ’ εκείνον, που το συμπαντικό αγέρι θα του φέρνει, σαν στερνός αποχαιρετισμός φίλου προς φίλο. Αποχαιρετισμός των φιλτατών του Μονιανών. Και θα απαντούσε υπενθυμίζοντας μας τον μετεωρισμό και τη ματαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων:

«Μια ρόδα άστατα καρφωμένη

αυτή η μικρή πολύτροπη ζωή μας.

Μια πάει προς τα ψηλά, μια πέφτει χαμηλά,

δε μένει σταθερή και ας δείχνει καρφωμένη.

Φεύγοντας μένει στάσιμη και όταν στέκει τρέχει.

Αναπηδά συχνά εδώ και κεί, μα δεν μπορεί να ξεφύγει.

Οι γύροι της γράφουν ένα μηδενικό, τη ζωή μας,

καπνό, όνειρο κι άνθος αφήμερο»

Γαλήνιες οι θάλασσες στο ανήλιαγο ταξίδι σου, αγαπητέ Γεώργιε Παγωμένε- Καψαλογιώργη, άξιο τέκνο της Μονής, της Κρήτης εγκαλλώπισμα.

 

Γεώργιος Ε. Σκραφνάκης.

Εάν σας άρεσε αυτή η δημοσίευση μοιραστείτε την!